ΠΑΘΗΣΕΙΣ ΕΝΔΟΚΡΙΝΩΝ ΑΔΕΝΩΝ
Τι είναι όζος του θυρεοειδούς PDF Εκτύπωση E-mail

Όζος του θυρεοειδούς είναι ένα «εξόγκωμα» σε ένα φυσιολογικό αδένα. Οι όζοι είναι πολύ συχνοί και έχει υπολογισθεί ότι μία στις 12 με 15 γυναίκες και ένας στους 45 με 50 άνδρες έχουν όζο στον θυρεοειδή. Από τους ασθενείς που είναι ασυμπτωματικοί, εάν εξετασθούν με υπερηχοτομογράφο, το 50 με 70% έχουν όζο. Λιγότερο από το 5% αυτών θα έχουν κακοήθεια, ενώ οι περισσότεροι είναι κύστεις. Οι πιο συχνοί τύποι καλοηθών όζων είναι αδενώματα, κύστεις και θυρεοειδίτιδα Hashimoto. Λιγότερο συχνοί τύποι είναι η υποξεία θυρεοειδίτιδα, η θυρεοειδίτιδα του Riedel. Το 60% των κακοηθών όζων είναι θηλώδες καρκίνωμα. Το καρκίνωμα αυτό είναι καλά διαφοροποιημένο και έχει καλή πρόγνωση. Η αλλαγές στη φωνή (βράγχος), η ταχεία αύξηση του μεγέθους ενός μορφώματος στον τράχηλο, ο επίμονος πόνος στην περιοχή, αποτελούν αιτίες άμεσης παραπομπής σε χειρουργό ενδοκρινών αδένων. Σε περίπτωση εμφάνισης συριγμού, ο ασθενής πρέπει να απευθύνεται σε ειδικό ακόμα και την ίδια ημέρα. Μονήρεις συμπαγείς μάζες στον θυρεοειδή είναι εξαιρετικά σπάνιες στα παιδιά, όταν όμως παρατηρούνται κατά 80% είναι κακοηθείς και σε ποσοστό 80% υπάρχει και λεμφαδενική συμμετοχή.

Οι περισσότεροι όζοι του θυρεοειδούς είναι ασυμπτωματικοί. Μπορούν να παρουσιαστούν ως ψηλαφητή μάζα στον τράχηλο ή να δώσουν την αίσθηση τάσης στην περιοχή. Σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις παρουσιάζεται πόνος ή δυσκαταποσία.

 

Διαχείριση

Αρχικώς πρέπει να καθοριστεί εάν ο όζος είναι καλοήθης ή κακοήθης. Ο καθορισμός αυτός γίνεται με την εξέταση κυτταρολογικού υλικού που λαμβάνεται με λεπτή βελόνη (FNAFine Needle Aspiration). Στην εξέταση αυτή μια πολύ λεπτή βελόνα εισέρχεται στον όζο του θυρεοειδούς και αναρροφάται κυτταρολογικό υλικό που στη συνέχεια αποστέλλεται σε κυτταρολόγο, ο οποίος και θα καθορίσει την πιθανή κακοήθεια. Η διαδικασία μπορεί συνεπικουρικά να πραγματοποιηθεί και με υπερηχοτομογραφικό έλεγχο. Η συμβολή των υπερήχων μπορεί να αναδείξει πιθανά και άλλες βλάβες ή να καθοριστούν τα χαρακτηριστικά του όζου, βοηθώντας στην διάγνωση. Τα κυστικά μορφώματα στο θυρεοειδή είναι λιγότερο συχνά κακοήθη σε σχέση με τα συμπαγή, ενώ οι κυστικές βλάβες στους άνδρες είναι συχνότερα κακοήθεις από οτι στις γυναίκες.

 

 

Θερμοί και ψυχροί όζοι

Τα κύτταρα του θυρεοειδούς προσλαμβάνουν ιώδιο για να σχηματίσουν τις θυρεοειδικές ορμόνες. Εκμεταλλευόμαστε την ιδιότητα αυτή των κυττάρων του θυρεοειδούς χορηγόντας ραδιοσεσημασμένο ιώδιο, το οποίο μπορεί να ανιχνευθεί, απεικονίζοντας έτσι τον θυρεοειδή αδένα.

Εάν ένας όζος δεν προσλαμβάνει ιώδιο ονομάζεται ψυχρός, ενώ στην αντίθετη περίπτωση ονομάζεται θερμός. Οι όζοι που διαγράφονται με το ραδιοφάρμακο διακρίνονται σε ψυχρούς, χλιαρούς και θερμούς, ανάλογα με το εάν έχουν μικρότερη, ίδια ή μεγαλύτερη πρόσληψη από ότι το υπόλοιπο θυρεοειδικό παρέγχυμα. .Σχεδόν όλοι οι θερμοί όζοι είναι καλοήθεις. Το 80% των όζων του θυρεοειδούς είναι ψυχροί, το 15% είναι χλιαροί και το 5% είναι θερμοί.

 
Τι είναι βρογχοκήλη; PDF Εκτύπωση E-mail

Βρογχοκήλη είναι η διόγκωση του θυρεοειδούς αδένα.  Η βρογχοκήλη ποικίλλει σημαντικά σε μέγεθος, και η διόγκωση μπορεί να είναι διάχυτη καθ 'όλη την έκταση του αδένα ή ακανόνιστη και να επηρεάζει μέρος ή το σύνολο του ενός λοβού. Όταν υπάρχουν πολλά οζίδια στο θυρεοειδή ονομάζεται πολυοζώδης βρογχοκήλη. Η βρογχοκήλη περιγράφεται είτε ως ενδημική είτε ως σποραδική. Στις ορεινές περιοχές, όπως τα Ιμαλάια, το 10% του πληθυσμού έχει βρογχοκήλη. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) έχει δημιουργήσει μια απλή ταξινόμηση, η οποία εξαρτάται από το μέγεθος του θυρεοειδούς. Το σύστημα βαθμολόγησης του ΠΟΥ για την βρογχοκήλη παρουσιάζεται παρακάτω:

Βαθμός

Χαρακτηριστικά

0

Η βρογχοκήλη δεν είναι ψηλαφητή ή ορατή ακόμα και σε έκταση του τραχήλου

1

Βρογχοκήλη προφανής

1Α

Εντοπίζεται κατά την ψηλάφηση

Ψηλαφητή και ορατή σε έκταση του τραχήλου

2

Ορατή με τον τράχηλο σε μέση θέση

3

Μεγάλη βρογχοκήλη ορατή από απόσταση

 

Για πρακτικούς λόγους η βρογχοκήλη χωρίζεται σε απλή (μη τοξική - ευθυρεοειδισμός) και τοξική (υπερθυρεοειδισμός).

Ο σχηματισμός βρογχοκήλης επάγεται από διαφόρους παράγοντες:

  1. Χαμηλή περιεκτικότητα των τροφών σε ιώδιο. Η προσθήκη ιωδίου στο επιτραπέζιο άλας και σε άλλες τροφές έχει μειώσει τον αριθμό των περιστατικών.

  2. Λήψη ουσιών που ευνοούν τον σχηματισμό, οι οποίες ονομάζονται βρογχοκηλογόνες και είναι συνήθως ιόντα που παρεμβάλονται στον μηχανισμό πρόσληψης του ιωδίου.

  3. Καλοήθεις ή κακοήθεις νεοπλασίες.

 

 

 

Απλή βρογχοκήλη

Η απλή βρογχοκήλη είναι η διόγκωση του αδένα χωρίς να υπάρχει φλεγμονή ή κακοήθεια και χωρίς να επηρεάζεται η λειτουργία του. Η αύξηση του μεγέθους της βρογχοκήλης μπορεί να προκαλέσει δυσκαταποσία, δύσπνοια, βράγχος φωνής. Στην εμφάνιση αυτών των σημείων και συμπτωμάτων είναι απαραίτητη η εξέταση από ειδικό ιατρό. Επίσης η απλή βρογχοκήλη μπορεί να οδηγηθεί σε υπέρ ή υποθυρεοειδισμό με αποτέλεσμα:

Υπερθυρεοειδισμός

Υποθυρεοειδισμός

Αλλαγή της διάθεσης

Νωθρότητα

Απώλεια βάρους

Αύξηση βάρους

Τρόμος

Χαρακτηριστικό προσωπείο

Αίσθημα παλμών

Κατάθλιψη

Δυσανεξία στη ζέστη

Δυσανεξία στο κρύο

Υπογονιμότητα

Τριχόπτωση

Διαταραχές στη λίμπιντο

Διαταραχές στη λίμπιντο

 

Διαταραχές της εμμήνου ρύσεως

 

Η θεραπεία με θυροξίνη έχει χρησιμοποιηθεί για πολλά χρόνια με την ελπίδα ότι θα σταματήσει την ανάπτυξη των βρογχοκηλών. Η αρχή της θεραπείας αυτής είναι να χορηγηθεί θυροξίνη, προκειμένου να μειωθεί η TSH. Τα αποτελέσματα των μελετών ήταν διφορούμενα. Μικρές βρογχοκήλες ανταποκρίνονται περισσότερο στη θεραπεία με θυροξίνης, αλλά μόλις η θεραπεία διακοπεί η βρογχοκήλη επιστρέφει στο προηγούμενο μέγεθος. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η θεραπεία με θυροξίνη αλλάζει την εξέλιξη μιας απλής βρογχοκήλης. Η θεραπεία με θυροξίνη ωστόσο δεν είναι απόλυτα ασφαλής. Μπορεί να προκαλέσει υποκλινικό υπερθυρεοειδισμό με τον κίνδυνο της ταχείας οστεοπόρωσης σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Τέλος, η απλή βρογχοκήλη μπορεί να γίνει αυτόματα «υπερδραστήρια», τονίζοντας την ανάγκη να ελέγχεται η Τ3, η Τ4 και η TSH σε ασθενείς υπό θεραπεία με θυροξίνη.

 

Ενδείξεις χειρουργικής αποκατάστασης

  1. Εμφάνιση πιεστικών συμπτωμάτων ή σημείων

  2. Αισθητικοί λόγοι κατ’επίκληση του ασθενούς.

  3. Καταδυόμενη βρογχοκήλη

  4. Υπόνοια κακοήθειας σε βιοψία με βελόνη

  5. Κλινικές ενδείξεις κακοήθειας

  6. Αναπτυσσόμενη τοξικότητα

 

Η χειρουργική αποκατάσταση συνιστάται στην ολική αφαίρεση του θυρεοειδούς (ολική θυρεοειδεκτομή), με τα μειονεκτήματα της λήψης φαρμακευτικών θυρεοειδικών σκευασμάτων ισοβίως και την πιθανής κάκωσης των παραθυρεοειδών σωματίων είτε προσωρινά (25%) είτε μόνιμα (2-5%) με αναγκαία την λήψη ασβεστίου και βιταμίνης D. Επίσης, η κάκωση του παλίνδρομου λαρυγγικού νεύρου στην πρώτη επέμβαση είναι αρκετά σπάνια (1%), αλλά σε επανεπέμβαση όχι τόσο σπάνια (30%). Τα δεδομένα αυτά συνηγορούν υπέρ την ολικής αφαίρεσης (ολική θυρεοειδεκτομή) αντί την μερικής αφαίρεσης (υφολική).

 

 

Τι είναι η καταδυόμενη βρογχοκήλη;

Ως καταδυόμενη ή οπισθοστερνική ονομάζεται η βρογχοκήλη που αναπτύσσεται εντός του θώρακα. Στις περιοχές με ενδημική βρογχικήλη, υπολογίζεται ότι το 20% του πληθυσμού άνω των 70 ετών έχουν καταδυόμενη.

Ο ορισμός της καταδυόμενης βρογχοκήλης ποικίλει, ανάλογα με τους συγγραφείς:

  1. Οι Candela και συν. το 2007 την ορίζουν ως βρογχοκήλη που εισήλθε στον θώρακα και φέρεται στο μεσοθωράκιο για περισσότερα από 2 εκατοστά.

  2. Οι Singh και συν. το 1994 την ορίζουν όταν πάνω από το 50% την έκτασής της βρίσκεται κάτω από το επίπεδο εισόδου στον θώρακα.

  3. Οι White και συν. το 2008 πρότειναν έναν πιο «χειρουργικό» ορισμό, σύμφωνα με τον οποίο σαν καταδυόμενη χαρακτηρίζεται όταν απαιτείται διατομή του μεσοθωρακίου για την εκττομή της.

  4. Οι Goldenburg και συν. ήδη από το 1957 όριζαν ως οπισθοστερνική – καταδυόμενη τη βρογχοκήλη που έφθανε στο ύψος του 4ου θωρακικού σπονδύλου.

Γενικότερα είναι αποδεκτός ο ορισμός των Candela και συν. Η καταδυόμενη βρογχοκήλη αποτελεί τυχαίο εύρημα σε ακτινογραφία θώρακος στην 5η ή 6η δεκαετία της ζωής με συνηθέστερο σύμπτωμα το αίσθημα τάσης στην περιοχή.

Η αντιμετώπισή της είναι μονάχα χειρουργική, ειδικά εάν παρατηρείται δυσκαταποσία, απόφραξη του αεραγωγού ή μεγάλων αγγείων. Ωστόσο, η υπόνοια οποιασδήποτε κακοήθειας αποτελεί απόλυτη ένδειξη χειρουργικής αποκατάστασης. Ενώ, στο 29% των συμπτωματικών ασθενών θα παραμείνουν και μετεγχειρητικά τα συμπτώματα!

Η σωστή διαχείριση των ασυμπτωματικών ασθενών είναι αμφιλεγόμενη.

Η συντηρητική άποψη αναφέρει ότι η παρουσία κακοήθειας σε καταδυόμενη βρογχοκήλη δεν είναι συχνότερη από ότι σε μη καταδυόμενη, οπότε οι ασυμπτωματικοί ασθενείς δεν έχουν απόλυτη ένδειξη για χειρουργίο, συνυπολογίζοντας και τον υψηλότερο κίνδυνο κάκωσεις των παραθυρεοειδών, των παλίνδρομων λαρυγγικών νεύρων και αιμορραγίας.

Σε αντίθεση με την πιο επιθετική αντιμετώπιση που συνιστά χειρουργική εκτομή σε ασθενείς ακόμα και ασυμπτωματικούς, χωρίς συνοδές παθήσεις. Τα βασικά επιχειρήματα της άποψης αυτής είναι δύο. Πρώτον, ότι η διάγνωση της κακοήθειας με βιοψία δια βελόνης είναι πάντα δύσκολη εάν όχι αδύνατη και δεύτερον ότι το 5 με 11% των ασθενών με καταδυόμενη βρογχοκήλη θα εμφανίσει τα πρώτα συμπτώματα οξέως (εικόνα απόφραξης αεραγωγού), οπότε καλύτερα να προλαμβάνουμε παρά να θεραπεύουμε. Ενώ η πάροδος της ηλικίας αυξάνει τις χειρουργικές επιπλοκές.

Άλλωστε ο όρος «ασυμπτωματική» καταδυόμενη βρογχοκήλη είναι σχετικός. Σε μελέτη που πραγματοποιήθηκε στην Αυστραλία μόνο το 16,6% των ασθενών ήταν πραγματικά ασυμπτωματικοί.

Συμπερασματικά, όλοι οι ασθενείς με συμπτώματα απόφραξης του αεραγωγού, υπόνοια κακοήθειας ή σημεία θυρεοτοξίκωσης συνιστάται να χειρουργούνται.

 
Ποια είναι τα προβληματα απο βλάβη του θυροειδούς; PDF Εκτύπωση E-mail

Τα προβλήματα του θυρεοειδούς διακρίνονται σε:

Αυξημένη ή μειωμένη παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών

  • Διόγκωση του αδένα ( βρογχοκήλη)
  • Οζίδια στον αδένα
  • Κακοήθης νεοπλασία
  • Φαρμακευτικής αιτιολογίας διαταραχή της λειτουργίας του αδένα

Από τις τρεις ορμόνες που παράγει ο θυρεοειδής οι δύο (η Τ3 και η Τ4) εκκρίνονται στο αίμα επηρεάζοντας στο σύνολο την δραστηριότητα του οργανισμού.

Μπορούν να παρατηρηθούν τρεις καταστάσεις, ανάλογα με τα επίπεδα των ορμονών αυτών

  1. Φυσιολογικά επίπεδα Τ3 και Τ4 (ο λεγόμενος ευθυρεοειδισμός)
  2. Αυξημένα επίπεδα Τ3 και Τ4 (ο λεγόμενος υπερθυρεοειδισμός)
  3. Ελαττωμένα επίπεδα Τ3 και Τ4 (ο λεγόμενος υποθυρεοειδισμός)

Τα παραθυλακιώδη κύτταρα του θυρεοειδούς εκκρίνουν την Τρίτη ορμόνη, την καλσιτονίνη, η λειτουργία της οποίας παραμένει σχετικά ασαφής, ενώ συμμετέχει στον μεταβολισμό του ασβεστίου.

 

Υπάρχει ένας αριθμός φαρμάκων που μπορεί να επηρεάσουν τη λειτουργία του θυρεοειδούς:

 

1. Τα κορτικοστεροειδή
Πολύ υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών μπορούν να μειώσουν την παραγωγή της TSH και TRH και ως εκ τούτου μειώνουν τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών.

2. Ανθρακικό Λίθιο
Το ανθρακικό λίθιο είναι ένα σύνηθες φάρμακο κατά της μανιοκατάθλιψης. Αυτό το φάρμακο αναστέλλει την απελευθέρωση των ορμονών του θυρεοειδούς και παρεμβαίνει με περιφερική αποϊωδίωση τους.

3. Σαλικυλικά
Αυτά τα φάρμακα μειώνουν τόσο την πρόσληψη όσο και την απελευθέρωση του ιωδίου από τον θυρεοειδή αδένα.

4. Σουλφοναμίδες
Αυτά τα φάρμακα προκαλούν μια ελαφρά μείωση στην ποσότητα των ορμονών του θυρεοειδούς.

5. Αμιοδαρόνη
Είναι ένα αντιαρρυθμικό φάρμακο που περιέχει ιώδιο. Αυτό το φάρμακο μπορεί να έχει διάφορες επιπτώσεις στη λειτουργία του θυρεοειδούς και να προκαλεί τόσο υπερθυρεοειδισμό όσο και υποθυρεοειδισμό, ανάλογα με τα επίπεδα ιωδίου και τη λειτουργία του θυρεοειδούς.

 
Τι είναι ο Θυροειδής αδένας; PDF Εκτύπωση E-mail

Ο θυρεοειδής αδένας έχει σχήμα «πεταλούδας» και βρίσκεται στο κάτω τμήμα του τραχήλου, κάτω από το λεγόμενο «μήλο του Αδάμ». Αποτελείται από δύο λοβούς οι οποίοι ενώνονται στη μέση γραμμή (ισθμός του θυρεοειδούς). Η περιοχή του ισθμού βρίσκεται μπροστά από το δεύτερο και τρίτο κρικοειδή χόνδρο της τραχείας, στο ύψος του 5ου, 6ου και 7ου αυχενικού σπονδύλου. Οι δύο λοβοί του αδένα είναι σχεδόν πάντα ασύμμετροι, με τον δεξιό να είναι συνήθως μεγαλύτερος, ενώ ο θυρεοειδής στις γυναίκες είναι συχνότερα μεγαλύτερος από ότι στους άνδρες. Το βάρος του κυμαίνεται από 20 εως 25 gr, αλλά είναι μικρότερος σε περιοχές που παρατηρούνται χαμηλά επίπεδα ιωδίου.

Ανατομία

Ο θυρεοειδής αδένας έχει πλούσια αγγείωση και περιβάλλεται από ινώδη κάψα, η οποία δημιουργεί διαφραγμάτια εντός του αδένα (σχηματίζοντας τα λοβία) και τον καθηλώνει στον λάρυγγα και την τραχεία. Στην πρόσθια επιφάνεια του κάθε λοβού παρατηρούμε τον στερνοϋοειδή, τον στερνοθυρεοϋδή και τον στερνοκλειδομαστοειδή μύ εκατέρωθεν. Στην οπίσθια επιφάνεια του αδένα εντοπίζονται οι παραθυρεοειδείς, και έρχεται σε σχέση με την τραχεία, τα παλίνδρομα λαρυγγικά νεύρα εκατέρωθεν , ενώ γειτνιάζει με τα αγγειονευρώδη δεμάτια (ΑΡ και ΔΕ κοινή καρωτίδα, έσω σφαγίτιδα φλέβα και πνευμονογαστρικό νεύρο αντίστοιχα). Αρκετά συχνά υπάρχει και ένας πυραμοειδής λοβός, ο οποίος βρίσκεται στον άνω πόλο του ισθμού και ενδέχεται να συνδέτεαι με δεσμίδα συνδετικού ιστού με το υοειδές οστό.
Ο ρυθμός αιμάτωσης του θυρεοειδούς υπολογίζεται στα 5ml/ gr ιστού. Η παροχή αυτή είναι διπλάσια από του νεφρούς.
Η αιμάτωση του θυρεοειδούς γίνεται με τις δύο άνω και δύο κάτω θυρεοειδικές αρτηρίες, ενώ ενδέχεται να συμμετέχει και η μονοφυής κατώτερη η μέση θυρεοειδική αρτηρία του Neubauer (καθ'υπερβολήν στο 10% των ασθενών).
Η φλεβική παροχέτευση επιτυγχάνεται με τις άνω, μέσες και κάτω θυρεοειδικές φλέβες.

Λειτουργίες

Ο θυρεοειδής αδένας αποτελεί μέλος ενός συστήματος ενδοκρινών εκκρίσεων που επηρεάζουν όλες τις ζωτικές λειτουργίες του οργανισμού. Υπό τον έλεγχο του κεντρικού νευρικού συστήματος εκκρίνει θυροξίνη (Τ4) και τριιωδοθυρονίνη (Τ3) από τα επιθηλιακά κύτταρα και καλσιτονίση από τα παραθυλακιώδη κύτταρα. Ο θυρεοειδής παράγει τις θυρεοειδικές ορμόνες χρησιμοποιώντας ιώδιο που προσλαμβάνεται από τις τροφές και απορροφάται από το έντερο. Η μέση ημερήσια  πρόσληψη είναι 100-150μgr, ενώ ο θυρεοειδής χρησιμοποιεί κατά μέσο όρο 80μgr ιωδίου για την παραγωγή της θυροξίνης Τ4 και της τριϊωδοθυρονίνης Τ3. Περίπου το 20% της Τ3 που κυκλοφορεί στο αίμα συντίθεται στον θυρεοειδή, ενώ το υπόλοιπο 80% προέρχεται από την αφαίρεση ιωδίου (αποϊωδίωση) από την Τ4 σε περιφερικούς ιστούς (ηπατικά κύτταρα).
Η επίδραση των θυρεοειδικών ορμονών στον οργανισμό περιλαμβάνει: αύξηση του ρυθμού του μεταβολισμού, αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος, αύξηση της καρδιακής συχνότητας, περιφερική αγγειοδιαστολή, αύξηση της αναπνευστικής ικανότητας, αύξηση στην ικανότητα αναδόμησης των οστών (μέσω της επίδρασης της καλσιτονίνης στους οστεοκλάστες) και δράσεις επί του δέρματος και των μαλακών ιστών. Η δράση των θυρεοειδικών ορμονών επί του κεντρικού νευρικού συστήματος πιστεύεται ότι οφείλεται στην ενίσχυση της δραστικότητας κατεχολαμίνης, ενώ είναι απαραίτητες για την φυσιολογική ψυχική ανάπτυξη.

 
Καταδυόμενη βρογχοκήλη PDF Εκτύπωση E-mail

 Τι είναι η καταδυόμενη βρογχοκήλη;

Ως καταδυόμενη ή οπισθοστερνική ονομάζεται η βρογχοκήλη που αναπτύσσεται εντός του θώρακα. Στις περιοχές με ενδημική βρογχικήλη, υπολογίζεται ότι το 20% του πληθυσμού άνω των 70 ετών έχουν καταδυόμενη.

Ο ορισμός της καταδυόμενης βρογχοκήλης ποικίλει, ανάλογα με τους συγγραφείς:

  1. Οι Candela και συν. το 2007 την ορίζουν ως βρογχοκήλη που εισήλθε στον θώρακα και φέρεται στο μεσοθωράκιο για περισσότερα από 2 εκατοστά.

  2. Οι Singh και συν. το 1994 την ορίζουν όταν πάνω από το 50% την έκτασής της βρίσκεται κάτω από το επίπεδο εισόδου στον θώρακα.

  3. Οι White και συν. το 2008 πρότειναν έναν πιο «χειρουργικό» ορισμό, σύμφωνα με τον οποίο σαν καταδυόμενη χαρακτηρίζεται όταν απαιτείται διατομή του μεσοθωρακίου για την εκττομή της.

  4. Οι Goldenburg και συν. ήδη από το 1957 όριζαν ως οπισθοστερνική – καταδυόμενη τη βρογχοκήλη που έφθανε στο ύψος του 4ου θωρακικού σπονδύλου.

 

Γενικότερα είναι αποδεκτός ο ορισμός των Candela και συν. Η καταδυόμενη βρογχοκήλη αποτελεί τυχαίο εύρημα σε ακτινογραφία θώρακος στην 5η ή 6η δεκαετία της ζωής με συνηθέστερο σύμπτωμα το αίσθημα τάσης στην περιοχή.

Η αντιμετώπισή της είναι μονάχα χειρουργική, ειδικά εάν παρατηρείται δυσκαταποσία, απόφραξη του αεραγωγού ή μεγάλων αγγείων. Ωστόσο, η υπόνοια οποιασδήποτε κακοήθειας αποτελεί απόλυτη ένδειξη χειρουργικής αποκατάστασης. Ενώ, στο 29% των συμπτωματικών ασθενών θα παραμείνουν και μετεγχειρητικά τα συμπτώματα!

Η σωστή διαχείριση των ασυμπτωματικών ασθενών είναι αμφιλεγόμενη.

Η συντηρητική άποψη αναφέρει ότι η παρουσία κακοήθειας σε καταδυόμενη βρογχοκήλη δεν είναι συχνότερη από ότι σε μη καταδυόμενη, οπότε οι ασυμπτωματικοί ασθενείς δεν έχουν απόλυτη ένδειξη για χειρουργίο, συνυπολογίζοντας και τον υψηλότερο κίνδυνο κάκωσεις των παραθυρεοειδών, των παλίνδρομων λαρυγγικών νεύρων και αιμορραγίας.

Σε αντίθεση με την πιο επιθετική αντιμετώπιση που συνιστά χειρουργική εκτομή σε ασθενείς ακόμα και ασυμπτωματικούς, χωρίς συνοδές παθήσεις. Τα βασικά επιχειρήματα της άποψης αυτής είναι δύο. Πρώτον, ότι η διάγνωση της κακοήθειας με βιοψία δια βελόνης είναι πάντα δύσκολη εάν όχι αδύνατη και δεύτερον ότι το 5 με 11% των ασθενών με καταδυόμενη βρογχοκήλη θα εμφανίσει τα πρώτα συμπτώματα οξέως (εικόνα απόφραξης αεραγωγού), οπότε καλύτερα να προλαμβάνουμε παρά να θεραπεύουμε. Ενώ η πάροδος της ηλικίας αυξάνει τις χειρουργικές επιπλοκές.

Άλλωστε ο όρος «ασυμπτωματική» καταδυόμενη βρογχοκήλη είναι σχετικός. Σε μελέτη που πραγματοποιήθηκε στην Αυστραλία μόνο το 16,6% των ασθενών ήταν πραγματικά ασυμπτωματικοί.

Συμπερασματικά, όλοι οι ασθενείς με συμπτώματα απόφραξης του αεραγωγού, υπόνοια κακοήθειας ή σημεία θυρεοτοξίκωσης συνιστάται να χειρουργούνται.

 
Περισσότερα Άρθρα...
<< Έναρξη < Προηγούμενο 1 2 Επόμενο > Τέλος >>

Σελίδα 1 από 2