Ο θυρεοειδής είναι ένας μικρός ενδοκρινής αδένας σε σχήμα πεταλούδας που βρίσκεται στη βάση του τραχήλου. Παράγει τις ορμόνες Τ3 (τριιωδοθυρονίνη) και Τ4 (θυροξίνη), οι οποίες ρυθμίζουν τον μεταβολισμό, την καρδιακή λειτουργία, τη θερμοκρασία του σώματος και τη συνολική ενεργειακή ισορροπία.
Οι παθήσεις του θυρεοειδούς είναι ιδιαίτερα συχνές και αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά όταν διαγνωστούν έγκαιρα.

Οι όζοι είναι διογκώσεις ή ογκίδια μέσα στον θυρεοειδή. Στη συντριπτική πλειονότητα είναι
καλοήθεις, ωστόσο ένα μικρό ποσοστό (περίπου 5–10%) μπορεί να υποκρύπτει κακοήθεια.
Διάγνωση:
Αντιμετώπιση: Παρακολούθηση με υπερηχογράφημα (σε καλοήθεις) ή χειρουργική
αφαίρεση (θυρεοειδεκτομή) όταν υπάρχει υποψία ή επιβεβαίωση κακοήθειας, αυξημένο
μέγεθος ή πιεστικά συμπτώματα.
Οφείλεται σε υπερπαραγωγή θυρεοειδικών ορμονών και προκαλεί υπερδραστηριότητα
του μεταβολισμού.
Συχνότερες αιτίες:
Συμπτώματα: Νευρικότητα, ευερεθιστότητα, απώλεια βάρους, τρέμουλο, ταχυπαλμία, αϋπνία
Αντιμετώπιση: Αντιθυρεοειδικά φάρμακα, ραδιενεργό ιώδιο ή χειρουργική επέμβαση (σε
μεγάλες βρογχοκήλες, υποτροπές ή αντενδείξεις φαρμακευτικής θεραπείας).
Πρόκειται για τον συχνότερο καρκίνο του ενδοκρινικού συστήματος. Στις περισσότερες
περιπτώσεις έχει πολύ καλή πρόγνωση, όταν αντιμετωπιστεί έγκαιρα.
Κύριοι τύποι:
Θεραπεία: Ολική ή υφολική θυρεοειδεκτομή, λεμφαδενικός καθαρισμός όταν υπάρχουν
μεταστάσεις, ραδιενεργό ιώδιο (I-131), θεραπεία καταστολής TSH με λεβοθυροξίνη και
μακροχρόνια παρακολούθηση.
Το καλώς διαφοροποιημένο καρκίνωμα του θυρεοειδούς είναι η πιο συχνή μορφή κακοήθειας του αδένα και περιλαμβάνει κυρίως το θηλώδες και το θυλακιώδες καρκίνωμα.
Πρόκειται για νεοπλάσματα με ήπια βιολογική συμπεριφορά, τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις εμφανίζονται ως μονήρης ή πολυοζώδης βλάβη στον θυρεοειδή.
Η πρόγνωση είναι εξαιρετική, με ποσοστά ίασης που ξεπερνούν το 95%, όταν η διάγνωση και η χειρουργική θεραπεία γίνονται έγκαιρα.
Η διάγνωση βασίζεται σε υπερηχογράφημα, παρακέντηση δια λεπτής βελόνης (FNA) και, εφόσον χρειάζεται, σε μοριακή ανάλυση για χαρακτηριστικές μεταλλάξεις.
Επίσης σημαντικό διαγνωστικό εργαλείο αποτελεί ο υπερηχογραφικός έλεγχος των λεμφαδένων του τραχήλου, όπου ανάλογα με το αποτελέσματα αποφασίζεται και ο αντίστοιχος λεμφαδενικός καθαρισμός.
Η θεραπεία του καλώς διαφοροποιημένου καρκινώματος είναι κατά κανόνα χειρουργική, με ολική θυρεοειδεκτομή ή λοβεκτομή, ανάλογα με τον αριθμό το μέγεθος και τη θέση των όζων. Παράλληλα ανάλογα με την παρουσία λεμφαδενικής νόσου θα εκτελεστεί και αντίστοιχος λεμφαδενικός καθαρισμός των τραχηλικών διαμερισμάτων. Η τελική απόφαση εξατομικεύεται για τον κάθε ασθενή.
Η χρήση διεγχειρητικής νευροπαρακολούθησης (IONM) αυξάνει την ασφάλεια της επέμβασης, ενώ η εφαρμογή φθορισμού (ICG) συμβάλλει στη διατήρηση της λειτουργίας των παραθυρεοειδών.
Μετά τη χειρουργική αφαίρεση, σε επιλεγμένες περιπτώσεις ακολουθεί θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο (RAI)και μακροχρόνια παρακολούθηση με μέτρηση θυρεοσφαιρίνης (Tg).
Η σωστή παρακολούθηση εξασφαλίζει μακροχρόνια επιβίωση και πλήρη αποκατάσταση των ασθενών.
Το μυελοειδές καρκίνωμα προέρχεται από τα C-κύτταρα του θυρεοειδούς, που παράγουν την ορμόνη καλσιτονίνη, και αποτελεί νευροενδοκρινική μορφή καρκίνου.
Μπορεί να εμφανιστεί σποραδικά ή στα πλαίσια κληρονομικών συνδρόμων (MEN 2A ή MEN 2B), γι’ αυτό και απαιτείται γενετικός έλεγχος (RET μετάλλαξη) τόσο για τον ασθενή όσο και για τα μέλη της οικογένειας.
Η διάγνωση βασίζεται σε αυξημένη καλσιτονίνη και CEA στο αίμα και επιβεβαιώνεται με βιοψία.
Η θεραπεία είναι χειρουργική, με ολική θυρεοειδεκτομή και λεμφαδενικό καθαρισμό, ανάλογα με την τιμή της καλσιτονίνης, καθώς το νεόπλασμα δεν ανταποκρίνεται στη θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο.
Η έγκαιρη διάγνωση και η εξειδικευμένη χειρουργική αντιμετώπιση είναι καθοριστικές για την πρόγνωση, ενώ η μακροχρόνια παρακολούθηση με καλσιτονίνη παραμένει απαραίτητη.
Το αναπλαστικό καρκίνωμα είναι η σπανιότερη αλλά πιο επιθετική μορφή καρκίνου του θυρεοειδούς.
Εμφανίζεται συνήθως σε μεγαλύτερες ηλικίες, συχνά επί εδάφους προϋπάρχουσας βρογχοκήλης ή διαφοροποιημένου καρκινώματος που μεταλλάχθηκε.
Χαρακτηρίζεται από ταχεία αύξηση του όγκου, δυσκολία στην αναπνοή ή την κατάποση και πιθανή εισβολή σε παρακείμενους ιστούς.
Η θεραπεία είναι πολυπαραγοντική, με στόχο τη διατήρηση της αναπνευστικής λειτουργίας και τη μείωση της νόσου.
Ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να περιλαμβάνει μερική ή σχεδόν ολική θυρεοειδεκτομή, εξωτερική ακτινοθεραπεία και συνδυασμένη χημειοθεραπεία ή ανοσοθεραπεία.
Παρότι η πρόγνωση παραμένει δυσμενής, οι νέες στοχευμένες θεραπείες έχουν βελτιώσει σημαντικά τη διάρκεια και την ποιότητα ζωής σε επιλεγμένους ασθενείς.
Η επιλογή της τεχνικής εξαρτάται από τη νόσο, το μέγεθος και τις προτιμήσεις του ασθενούς.
Κατά τη διάρκεια της επέμβασης εφαρμόζεται διεγχειρητική νευροπαρακολούθηση (IONM) και φθορισμός παραθυρεοειδών (ICG/NIR) για τη μέγιστη ασφάλεια.

Η τομή είναι μικρή και χαμηλά στον τράχηλο, ενώ στις ελάχιστα επεμβατικές ή διαστοματικές τεχνικές δεν υπάρχει καθόλου ορατό σημάδι.
Συνήθως σε 3–5 ημέρες, ανάλογα με το είδος της επέμβασης.
Μετά από ολική θυρεοειδεκτομή απαιτείται θεραπεία υποκατάστασης με θυροξίνη

Ο Δρ. Ιωάννης Κουτελιδάκης είναι Γενικός Χειρούργος, Επίκουρος Καθηγητής Ιατρικής Σχολής Α.Π.Θ., με εξειδίκευση στη Χειρουργική Ενδοκρινών Αδένων και τη Λαπαροσκοπική Χειρουργική.
Συνδυάζει επιστημονική ακρίβεια, τεχνολογική καινοτομία και ανθρώπινη προσέγγιση, προσφέροντας λύσεις σε πολύπλοκες χειρουργικές παθήσεις με ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές και σύγχρονα ρομποτικά συστήματα.
Διεύθυνση: Αγ. Σοφίας 20, 3ος όροφος, Θεσσαλονίκη
Διεύθυνση: Μάχης Κρήτης 10, Κτίριο Β, Ηράκλειο Κρήτης
Τηλέφωνα: (+30) 2310267999 / (+30) 6942436975
Email: iokoutel@auth.gr